Η απόσβεση προσαρμόζεται στον κάθε ελιγμό οδήγησης και στις συνθήκες του οδοστρώματος σε χιλιοστά του δευτερολέπτου μέσω ηλεκτρονικά ενεργοποιούμενων βαλβίδων ελέγχου, βασισμένη σε παραμέτρους που μετρώνται από αισθητήρες. Η HP4, για παράδειγμα, προσφέρει στους οδηγούς την καλύτερη δυνατή ρύθμιση απόσβεσης σε όλες τις συνθήκες, κάνοντας επεξεργασία των κραδασμών μεγάλου και μικρού μήκους κύματος από το δρόμο και επιτρέποντας έτσι μέγιστη έλξη και ασφάλεια. Το DDC αντιδρά αυτόματα σε ενέργειες της οδήγησης όπως φρενάρισμα, επιτάχυνση ή στροφή εξασφαλίζοντας τέλεια επαφή με την επιφάνεια του δρόμου.
Το DDC παρέχει προηγμένη πληροφόρηση και λειτουργίες όπως η εμφάνιση του μενού ρυθμίσεων του DDC. Με αυτό, οι οδηγοί επιλέγουν μία από τις τρεις χαρακτηριστικές χαρτογραφήσεις για τις βασικές ρυθμίσεις "Comfort" (άνεση), "Normal" (κανονική) και "Sport" (σπορ) με το πάτημα ενός πλήκτρου – σύμφωνα με τις προσωπικές τους ανάγκες για το τμήμα του δρόμου.
Το μενού ρυθμίσεων επιτρέπει η απόσβεση να μπορεί να προσαρμοστεί ακόμη περισσότερο στις ανάγκες του οδηγού. Όπως με τη μηχανική ρύθμιση, η ανάρτηση μπορεί να ρυθμίζεται πιο μαλακή (-7) ή πιο σκληρή (+7). Η βάση ελατηρίου (προφόρτιση ελατηρίου) ρυθμίζεται χειροκίνητα ως συνήθως με κλειδί 17 mm.
Στα Riding Modes "Rain" (βροχή) και "Sport" (σπορ), η ρύθμιση του DDC εστιάζει σε πλήρη και ευχάριστη ρύθμιση απόσβεσης, όπως χρειάζεται σε επαρχιακούς δρόμους ή σε δρόμους με μέτρια έως και πολύ καλή ασφαλτόστρωση. Στα Riding Modes "Race" (αγώνας) και "Slick" (σλικ), η ρύθμιση του DDC τελειοποιεί την απόδοση με όποιον τρόπο και υποστηρίζει ένα πολύ σπορ στιλ οδήγησης, ιδιαίτερα στην πίστα αγώνων. Η ρύθμιση του αμορτισέρ είναι σκληρή και παρέχει στους αναβάτες σαφή απόκριση στις σχετικές κυκλοφοριακές συνθήκες κάθε στιγμή.
Πριν την έναρξη του ταξιδιού, ή την ενεργοποίηση της ανάφλεξης, γίνεται έλεγχος του συστήματος και ενεργοποιείται η ροή πληροφοριών από τη μονάδα ελέγχου κινητήρα, τον αισθητήρα αλλαγής γωνιακής ταχύτητας έως το DDC. Η μονάδα ελέγχου DDC επεξεργάζεται πληθώρα δεδομένων που σχετίζονται με την δυναμική οδήγηση όπως διαδρομή πίσω ελατηρίου, ταχύτητα μοτοσικλέτας και θέση ελεγκτή παράκαμψης. Επιπλέον ο αισθητήρα γωνιακής ταχύτητας DTC παρέχει στοιχεία για την κλίση της μοτοσικλέτας και άλλες παραμέτρους.
Οι δύο μπουκάλες των ανάποδων πιρουνιών DDC έχουν ταυτόσημη δομή και διαφέρουν μόνο στο τι συμβαίνει μέσα στον σταθερό και τον εμβαπτιζόμενο σωλήνα. Ο μηχανισμός ρύθμισης για τη βάση ελατηρίου (προφόρτιση ελατηρίου), που μεταβάλλεται κατά 15 mm (σε RR 20 mm) είναι τοποθετημένος στο δεξιό πιρούνι. Η βαλβίδα που είναι υπεύθυνη για τη δυναμική δημιουργία της δύναμης απόσβεσης είναι τοποθετημένη, μαζί με τις ηλεκτρικές συνδέσεις της, στο φυσίγγιο απόσβεσης του αριστερού πιρουνιού. Η περιοχή αντιστάθμισης στο χαμηλότερο μέρος του αριστερού πιρουνιού έχει υψηλή πίεση με αέριο και λαμβάνει την ποσότητα λαδιού που εκτοπίζεται από το έμβολο απόσβεσης στο κλειστό φυσίγγιο.
Η απόσβεση του τηλεσκοπικού πιρουνιού ενεργοποιείται συνολικά ως βασική λειτουργία και δεν διαχωρίζεται με βάση τα στάδια συμπίεσης και αποφόρτισης. Το νέο DDC αμορτισέρ είναι βιδωμένο στο πλαίσιο μέσω ενός προσαρτήματος κράματος γνωστό και ως ολισθαίνον μπλοκ. Η μοτοσικλέτα παραδίδεται με προσάρτημα 0 mm. Χρησιμοποιώντας τα δύο παρεχόμενα προσάρτηματα (1,5 και 3 mm) το πίσω μέρος του οχήματος μπορεί να ανυψωθεί ή να χαμηλώσει και να προσαρμοστεί ταχύτατα η γεωμετρία ανάρτησης στις σχετικές συνθήκες του δρόμου και στις απαιτήσεις του κάθε αναβάτη. Αν χρησιμοποιηθεί άλλο ολισθαίνον μπλοκ, θα πρέπει να βαθμονομηθεί ο αισθητήρας διαδρομής του πίσω ελατηρίου μέσω του μενού ρυθμίσεων. Εμπρός το ύψος του πλαισίου προσαρμόζεται κατά τον συνήθη τρόπο μέσω του σφιχτήρα της γέφυρας πιρουνιού.
+ ΜΑΘΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

περισσοτερη αναλυση